Ομοσπονδία εξωραϊστικών συλλόγων οικιστών Αγ. Θεοδώρων

Σαν σήμερα 9 Νοεμβρίου το 2009 έφυγε ο σπουδαίος Νότης Περγιάλης

«Σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα/ τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια/ με χαμηλά τα μαύρα του τα μάτια/ λεβέντης εροβόλαγε. Στα μάτια του ένα σύννεφο/ μες στην καρδιά του σίδερο»...

Αυτό το τραγούδι σιγοψιθυρίσαμε τότε, οι φίλοι του, οι μαθητές του, αυτό το τραγούδι που έγραψε τους στοίχους ο Νότης για έναν συναγωνιστή του στην ΕΑΜική Αντίσταση, αλλά που έμμηνε να συντροφεύει Ήρωες και Λεβέντες.

Όλοι όσοι γνωρίσαμε τον Νότη, μιλήσαμε μαζί του, ήπιαμε λίγο κρασί, στο σπίτι του που έφτιαξε επιστρατεύοντας όλες τις τέχνες μαζί, μένουμε με τις καλύτερες αναμνήσεις από τον ευγενικό και ζεστό άνθρωπο, τον εξαιρετικό συγγραφέα, ζωγράφο, ποιητή, ηθοποιό, σκηνοθέτη! που σε ανέβαζε στο σανίδι απλό καθημερινό άνθρωπο και σε μεταμόρφωνε σε μεγάλο ηθοποιό, γιατί απλόχερα, σου έδινε από την τόση λάμψη του που ήταν λαμπρή γιατί ήταν τόσο σεμνός.

Ο Νότης Περγιάλης «έφυγε» στα 89 του χρόνια, χωρίς ποτέ να πάψει να αγαπά τις Τέχνες και τα Γράμματα, να πιστεύει σε ιδανικά για έναν δίκαιο καλύτερο κόσμο, για τον οποίο έδωσε μάχες με το όπλο όταν χρειάστηκε και την πένα, πολιτικοποιημένος, πάντα μέσα στους αγώνες και την πάλη για την ειρήνη.

Μαθητής του Βασίλη Ρώτα, συναγωνιστής του Μάνου Κατράκη, αγαπήθηκε για τα θεατρικά του έργα, πολλά από τα οποία μεταφράστηκαν (γαλλικά, δανέζικα, αγγλικά, γερμανικά), αλλά και για τις ερμηνείες του στο θέατρο και σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες, με σπουδαιότερες ίσως «Το χρώμα βάφτηκε κόκκινο» (1964), στο ρόλο του Μαρίνου Αντύπα, υποψήφια για Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας 1965), «Τα κόκκινα φανάρια» (1963), αλλά και στην «Ηλέκτρα» (1962), χωρικός – σύζυγος της Ηλέκτρας, υποψήφια για Οσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας 1962).

Έγραψε πολλά θεατρικά έργα, όπως «Το κορίτσι με το κορδελλάκι», «Χρυσό χάπι» και «Αντιγόνη της Κατοχής» (Λαϊκό θέατρο Μάνου Κατράκη 1954, 1958 και 1960 αντίστοιχα) κ.ά. «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», σε σενάριο των Νότη Περγιάλη και Γεράσιμου Σταύρου, αποτελεί την τηλεοπτική διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη.

Συγγραφέας των βιβλίων «Οταν σηκώθηκαν τα δένδρα» (νουβέλα 1971), «Ο Ατάρ δεν πεθαίνει ποτέ» (1971), «Το κόκκινο πουλί» κ.ά.

Έχει τιμηθεί με το Χρυσό Μετάλλιο της Ιερής Πόλεως του Μεσολογγίου και με το Βραβείο των Κριτικών των Εφημερίδων στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ανήσυχος πάντα για την κοινωνική πολιτική κατάσταση, για το πώς προοδεύουν οι λαοί ή γυρίζουν πίσω, ατελείωτη και ενδιαφέρουσα η συζήτηση, έκλεινε πάντα αισιόδοξα…

Είναι αναπόφευκτη η κοινωνική εξέλιξη… όπως έλεγε… η κίνηση είναι ελικοειδείς αλλά πάει μπροστά…

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του στην εφημερίδα Ριζοσπάστη, τον Γενάρη του 2006, για την εναντίωσή του απέναντι σε αυτά που προωθούνταν από την Ευρωπαϊκή Ένωση:

«Τα μονοπάτια στα βουνά υπάρχουν ακόμα. Τα τουφέκια θα βρεθούν. Οι κονδυλοφόροι και οι πένες θα δουλέψουν. Εμείς, σα λαός, δε σκύψαμε το κεφάλι και ούτε πρόκειται να το σκύψουμε. Είμαστε λαός που θυμώνει και δεν ξεχνάει. Είναι ακατανόητο τι κατεργάζονται για τους λαούς. Καινούρια αίματα; Καινούριες περιπέτειες και διώξεις; Δε θα περάσουν αυτά.

Υπάρχει τεράστια πείρα στους λαούς. Οι λαοί ξέρουν να αμυνθούν. Υπάρχει ο λόγος που δε σβήστηκε ακόμα ούτε από τα δέντρα, ούτε από τις πολιτείες, ούτε από τα χωριά. Αν έρθει άλλος ένας τρόπος για να καταπιέσουν τους λαούς, δε θα περάσει. Γιατί οι λαοί ξέρουν. Και αν ο σημερινός φόρεσε τα καλά του, δε μας ξεγελάει».

Ο Νότης Περγιάλης υπήρξε ανήσυχος και δραστήριος. «Δεν ήσουνα σκυφτό ένα δέντρο», ο στίχος του αυτός μπορεί να συμπυκνώσει όλη τη ζωή του. Υπηρέτησε με σεμνότητα τον αγώνα του λαού μας για το δίκιο και για καλύτερες μέρες.

O Νότης Περγιάλης, από παιδί ακόμα, χρειάστηκε να παλέψει για να τα βγάλει πέρα στη δύσκολη, γεμάτη φτώχεια ζωή της οικογένειάς του στη Λακωνία.

Η λαϊκή καταγωγή του, αλλά και στη συνέχεια η εκπαίδευσή του δίπλα στον μεγάλο του δάσκαλο Βασίλη Ρώτα και το Θεατρικό Σπουδαστήριο, στάθηκαν για τον ίδιο σχολείο αγώνα, που του δίδαξαν όχι μόνο θέατρο αλλά και στάση ζωής.

Η μαχητικότητα, η πίστη στον αγώνα για τα δίκια του λαού και το υψηλό ήθος, που σταθερά καλλιεργούνταν σ’ αυτό το «καταφύγιο», αλλά και «φυτώριο» ανάπτυξης της ΕΠΟΝ, δεν μπορούσαν παρά να επιδράσουν καταλυτικά στην απόφασή του να ενταχθεί στο ΕΑΜ της Λακωνίας.

Εχοντας επιλέξει το δύσκολο δρόμο του αγώνα, δε συμμετείχε σ’ αυτόν μόνο με τη φυσική παρουσία του. Από νωρίς έβαλε στην υπηρεσία του και την τέχνη του. Εγραφε, σκηνοθετούσε κι έπαιζε δικά του έργα.

Μέσα σε δύσκολα χρόνια και καιρούς, με το τέλος του εμφυλίου, ο Νότης Περγιάλης γράφει θεατρικά κείμενα και ποιήματα που απαντούν στη δίψα του φτωχού κόσμου για μια καλύτερη ζωή, συνεργαζόμενος με διάφορους θιάσους ΕΑΜιτών επίσης θιασαρχών.

Από τη συνεργασία του με τον συναγωνιστή του Μάνο Κατράκη και το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο», αξίζει να ξεχωρίσουμε τα έργα του, όπως «Το κορίτσι με το κορδελάκι» και η «Αντιγόνη της Αντίστασης», που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και αγκαλιάστηκαν με θέρμη από το λαϊκό κοινό, αφού τα έργα αυτά – όπως και άλλα του Περγιάλη – απαντούν στη λαχτάρα του λαού για ανάταση, κρατώντας ψηλά το αγωνιστικό φρόνημα, όπως και οι ηρωίδες του έργου.

Ο Νότης Περγιάλης μένει συνεπής και πιστός απέναντι στις αξίες και τα ιδανικά του μέχρι τέλους.

Ακουμπώντας την ψυχή του λαϊκού, απλού κόσμου. Στο τραγούδι για το μπλόκο της Καισαριανής, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, τραγουδά τον ηρωισμό αλλά και το θρήνο του λαού «Λευτέρη, με τα γαλανά τα μάτια και την ομορφιά, τους τοίχους που μπογιάτιζες πες μου την ύστερη στιγμή τι βρήκες και ζωγράφισες, και το κοιτάν στη γειτονιά και κλαίνε στο Παγκράτι;».

Στα «Γκρεμισμένα σπίτια», που μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, προβάλλει τη ζωή και τους πόθους της φτωχολογιάς. Στο «Λεβέντης εροβόλαγε», που μελοποίησε πάλι ο Μίκης Θεοδωράκης, τραγουδά την ομορφιά της περήφανης και ανυπόταχτης στάσης ακόμη και μπροστά στο θάνατο.

Στάθηκε πάντα ορθός σε κάθε δυσκολία της ζωής, χωρίς ποτέ να προδώσει την αληθινή αποστολή της Τέχνης, να οργανώνει τα αισθήματα των ανθρώπων για μια αντάξιά τους ζωή.

Η αγάπη του για το θέατρο και τους απλούς ανθρώπους του μόχθου, τον ώθησε να δημιουργήσει το υπαίθριο αμφιθέατρο, στους Αγίους Θεοδώρους, όπου και συγκρότησε τον ερασιτεχνικό του θίασο, ανεβάζοντας έργα που δεν συγκινούν μόνο, αλλά και διδάσκουν ανθρωπιά.